Η καταιγίδα Daniel του Σεπτεμβρίου 2023 θα παραμείνει στη μνήμη των Ελλήνων ως ένα από τα πιο καταστροφικά καιρικά φαινόμενα του 21ου αιώνα. Αν και οι αρχικές αναφορές κατέγραψαν 17 άμεσους θανάτους, μια επιστημονική ανάλυση του Κέντρου Ερευνας Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης αποκάλυψε ότι ο πραγματικός αριθμός των θανάτων που σχετίζονται με το φαινόμενο ανήλθε σε 335 άτομα κατά τις πρώτες 90 ημέρες μετά την καταστροφή. Αυτή η διαφορά δεν είναι απλώς αριθμητική· αντιπροσωπεύει τη σοβαρότητα των έμμεσων επιπτώσεων της καταστροφής και αποτελεί σημαντικό διδάγμα για τη δημόσια υγεία και τη διαχείριση κρίσεων. Ωστόσο, πέρα από τον αριθμό των θυμάτων, η καταιγίδα Daniel ανέδειξε κρίσιμα ζητήματα σχετικά με τις μετεωρολογικές προβλέψεις, την αποτελεσματικότητα των συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης και τη δυναμική των μεσογειακών κυκλώνων στην εποχή της κλιματικής αλλαγής.
Η επίπτωση και οι ακραίες βροχοπτώσεις
Κατά τις ημέρες 5-8 Σεπτεμβρίου 2023, η περιοχή της Θεσσαλίας δέχτηκε ποσότητες βροχής που ξεπερνούν κάθε στατιστικό μέγεθος του τελευταίου αιώνα. Το χωριό Ζαγορά στις ορεινές περιοχές του Πηλίου κατέγραψε 759 χιλιοστά βροχής σε ένα εικοσιτετράωρο, ένα ποσό που αντιστοιχεί σε 55 φορές περισσότερο από τη μέση βροχόπτωση του Σεπτεμβρίου για ολόκληρη την Ελλάδα. Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η καταγραφή στην Πορταριά, όπου σημειώθηκαν 884 χιλιοστά σε μια περίοδο λίγων ωρών. Οι μετρήσεις δείχνουν ότι η λεκάνη του Πηνειού, που αποτελεί το μεγαλύτερο ποταμιαίο σύστημα της Θεσσαλίας, δέχτηκε βροχόπτωση ισοδύναμη με το 47% της ετήσιας μέσης του σε χρονικό διάστημα μόνο τεσσάρων ημερών. Αυτό το γεγονός μετέφρασε σε ακραία πλημμυρικά φαινόμενα, με το ποτάμι Πηνειό να φτάνει σε ύψος 9,5 μέτρων συγκριτικά με το φυσιολογικό του επίπεδο 4 μέτρων, ενώ στη Σχοινιά του Κάμπου Διαλογισμού το νερό ανέβηκε σε ύψος περίπου 18 μέτρων.

Πηγή: Wikimedia Commons | Δημιουργός: European Union, Copernicus Sentinel-3 imagery | Άδεια: Attribution
Τι δείχνουν τα δεδομένα ζημιών και θνησιμότητας
Κατά την πρώτη εβδομάδα της καταστροφής, η ολική θνησιμότητα στις πληγείσες περιοχές αυξήθηκε δραματικά. Στη Φθιώτιδα, η αύξηση ήταν 57% σε σχέση με τις αναμενόμενες τιμές, στην Καρδίτσα και τα Τρίκαλα 40%, και στη Μαγνησία 39%. Συνολικά, κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσιμης πρώτης εβδομάδας, καταγράφηκαν 54 πλεονάζοντες θάνατοι στους τρεις νομούς. Όμως, καθώς άρχισε η μακροχρόνια ανάρρωση, τα προβλήματα δεν εξαφανίστηκαν. Κατά τις επόμενες 90 ημέρες (5 Σεπτεμβρίου – 3 Δεκεμβρίου 2023), ο συνολικός αριθμός των πλεοναζόντων θανάτων ανήλθε σε 335 άτομα. Στη Φθιώτιδα καταγράφηκαν 102 πλεονάζοντες θάνατοι, στην Καρδίτσα και τα Τρίκαλα 155, και στη Μαγνησία 78. Αυτά τα στοιχεία δεν αποδίδονται μόνο σε διατροφικές ελλείψεις ή άμεσες καταστροφές, αλλά σε μια σύνθετη αλληλουχία προβλημάτων, όπως η διάδοση λοιμοξιών μετά τις πλημμύρες, η ψυχική τραυματοποίηση και ένα ευρύ φάσμα υγειονομικών επιπτώσεων που δεν αντιμετωπίστηκαν πλήρως στις πρώτες εβδομάδες.
Οι προβλέψεις και η σύγκρουση με την πραγματικότητα
Από μετεωρολογικής πλευράς, το ενδιαφέρον σημείο είναι ότι ορισμένες προβλέψεις ήταν στην πραγματικότητα αξιοσημείωτα ακριβείς. Η Μονάδα ΜΕΤΕΟ του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών δημοσίευσε προειδοποιήσεις ήδη στις 3 Σεπτεμβρίου, με την πρώτη ανακοίνωση να προβλέπει βροχοπτώσεις άνω των 200 χιλιοστών για μεγάλα τμήματα της Θεσσαλίας, με μέγιστες τιμές άνω των 500 χιλιοστών στις ορεινές περιοχές. Στη δεύτερη ανακοίνωση της 4ης Σεπτεμβρίου, το Εθνικό Αστεροσκοπείο αναμένονταν βροχοπτώσεις πάνω από 500 χιλιοστά για Φθιώτιδα και Μαγνησία, με μέγιστες τιμές που προβλεπόταν για τις ανατολικές πλαγιές της Πίνδου έως και 700 χιλιοστά σε 72 ώρες. Η Γερμανική Μετεωρολογική Υπηρεσία παραδέχτηκε δημοσίως ότι τα μοντέλα πρόβλεψης είχαν πρόβλημα: οι προβλέψεις ξεπερνούσαν πολλές φορές τα 1.000 χιλιοστά, ένα ποσό που θεωρήθηκε ότι «πιθανώς υπερβαίνει σχεδόν κάθε στατιστικό στοιχείο». Το πρόβλημα δεν ήταν ότι ο καιρός δεν προβλεπόταν· ήταν ότι οι προβλέψεις έδειχναν αποτελέσματα τόσο ακραία που φαίνονταν ασύμφορα.
Τα εμπόδια στη πρόβλεψη και τα μεσογειακά χαρακτηριστικά
Η θαλάσσια θερμοκρασία του Μεσογείου τον Σεπτέμβριο 2023 ήταν ενώ ήταν ασυνήθιστα υψηλή, σύμφωνα με τα δεδομένα του NOAA. Ο Σεπτέμβριος του 2023 αποτέλεσε τον θερμότερο Σεπτέμβριο που έχει καταγραφεί ποτέ στο 174-χρονο μητρώο του NOAA, με τη θερμοκρασία να υπερβαίνει κατά 1,44°C το μέσο όρο του 20ού αιώνα. Η Μεσόγειος και η Μαύρη Θάλασσα εμφάνιζαν ανώμαλα υψηλές θερμοκρασίες επιφάνειας, γεγονός που ενισχύει την εξάτμιση και δημιουργεί τις συνθήκες που ευνοούν τη δημιουργία και ενίσχυση των μεσογειακών κυκλώνων ή «μεντεκάνων». Το σύστημα High-Pressure Blocking (Ωμέγα Blocking), που ονομάζεται έτσι επειδή μοιάζει με το ελληνικό γράμμα Ω, κρατούσε τη καταιγίδα ακίνητη σχετικά πάνω από την περιοχή, επιτρέποντας της να σχηματίσει ακραία ποσά βροχής. Αυτό το φαινόμενο προκύπτει από την αστάθεια του jet stream και το σπάσιμο των κυμάτων Rossby, φαινόμενα που είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθούν ακόμη και με τα πιο προηγμένα μοντέλα.

Πηγή: Wikimedia Commons | Δημιουργός: European Union , Copernicus Sentinel-2 imagery | Άδεια: Attribution
Η σύνθετη μετεωρολογική δομή του συστήματος Daniel άγγιξε διάφορες τάξεις μεγέθους. Πάνω από την Ελλάδα, το σύστημα λειτούργησε κυρίως ως μια κλασική εξατροπική θυελλή με ισχυρή βαροκλινική δράση. Όμως, καθώς κινήθηκε προς το νότο και έφτασε στη Λιβύη, κατέδειξε τροπικά χαρακτηριστικά, με ένα θερμό πυρήνα, σπειροειδής νεφελοσκέπεια και ταχύτητες ανέμου κοντά στο κέντρο που έφθασαν τα 76 χιλιόμετρα την ώρα στη δυτική πλευρά.
Η αποτυχία της επικοινωνίας και η σπασμένη αλυσίδα προειδοποίησης
Ενώ οι μετεωρολογικές προβλέψεις ήταν σχετικά ακριβείς, το πρόβλημα ήταν πολυδιάστατο. Στη Λιβύη, όπου η τραγωδία ήταν ακόμη πιο σοβαρή με πάνω από 5.900 καταγραφέντων θανάτων, το σύστημα άστοχησε στο επίπεδο της επικοινωνίας και της προετοιμασίας. Παρόλο που είχε δηλωθεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης, τα κατακλυσμένα δίκτυα επικοινωνίας, η αστάθεια λόγω εμφύλιου πολέμου και η υποχρήωση της υπολειμμένης υποδομής σημαίνει ότι τα έγγραφα προειδοποίησης δεν έφθασαν σε όσους χρειάζονταν. Στην Ελλάδα, αν και υπήρχαν δημόσιες προειδοποιήσεις από την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία (ΕΜΥ) και τις τοπικές αρχές, η χρονική διάσταση ήταν κρίσιμη. Πολλοί κάτοικοι δεν λήφθησαν σοβαρά τις προειδοποιήσεις μέχρι το φαινόμενο να φτάσει ήδη στο κατώφλι των χωριών τους.
Τα μαθήματα και τα νέα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης
Στη Βόρεια Ελλάδα και στην ευρύτερη περιοχή, οι δομικές αλλαγές έχουν ήδη ξεκινήσει. Το νέο Σύστημα Έγκαιρης Προειδοποίησης (Public Warning System – PWS) αναμένεται να τεθεί σε πλήρη εφαρμογή το Ιούνιο του 2026, παρότι παραμονή είχε υποστεί πολλές καθυστερήσεις. Το νέο σύστημα θα επιτρέπει την αποστολή άμεσων ειδοποιήσεων σε κινητά τηλέφωνα χρηστών σε επηρεαζόμενες περιοχές μέσω Cell Broadcast, ένα τεχνολογικό σύστημα που δεν βασίζεται σε SMS και επομένως δεν υπόκειται στις αργές ταχύτητες παράδοσης που χαρακτηρίζουν τα συμβατικά μηνύματα κειμένου. Τα μηνύματα θα εμφανίζονται αυτόματα σε όλα τα κινητά τηλέφωνα σε μια περιοχή με έναν έντονο ήχο συναγερμού, ακόμη κι αν το τηλέφωνο είναι σε αθόρυβη κατάσταση.
Παράλληλα, η Ελληνική Επιτροπή Υδρογεωλογίας και το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών έχουν αναπτύξει βελτιωμένα μοντέλα για τη χαρτογράφηση πλημμυρικού κινδύνου. Δορυφορικές παρατηρήσεις δείχνουν ότι η έκταση της πλημμύρας στη Θεσσαλία ήταν περίπου 1,4 εκατομμύρια στρέμματα, ένας αριθμός που χρησιμοποιείται τώρα για τη βαθμονόμηση των μοντέλων πρόβλεψης πλημμυρών.
Η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία DestinE (Destination Earth) και το προπαρασκευαστικό κέντρο ECMWF (European Centre for Medium-Range Weather Forecasts) έχουν διαπιστώσει ότι ο λόγος για τις προβλεπτικές δυσκολίες ήταν μερικώς γεωγραφικός. Τα μοντέλα σε ανάλυση 9 χιλιομέτρων ήταν χονδροειδή για να αποδώσουν τις λεπτομέρειες της ορογραφικής ανύψωσης και της τοπικής μετατροπής της υγρασίας σε ροές χαμηλής πίεσης. Ωστόσο, όταν η ανάλυση εξαιρετικά βελτιώθηκε σε 4,4 χιλιόμετρα, όπως ήταν δυνατόν με τους νέους υπερυπολογιστές, οι προβλέψεις βροχής βελτιώθηκαν σημαντικά. Αυτή η ανακάλυψη έχει ήδη ενσωματωθεί στις τρέχουσες προχειρότητες του Εθνικού Αστεροσκοπείου και του ECMWF για υψηλής ανάλυσης προβλέψεις της περιοχής μας.
Από τα ευρήματα της έρευνας του KEПY προκύπτει ότι τα χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα πλήρωσαν δυσανάλογο τίμημα στην υγεία τους μετά τις πλημμύρες, γεγονός που υποδεικνύει ότι τα μελλοντικά συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης πρέπει να σχεδιαστούν με μεγαλύτερη προσοχή στην προσβασιμότητα και την κατανόηση του μηνύματος για όλα τα τμήματα της κοινωνίας.